“Η ζωή εν τάφω”- Η κορύφωση του Θείου Δράματος (Video)

Related Articles

Ημέρα απόλυτου πένθους για την Χριστιανοσύνη
Το Μοιρολόι Της Παναγιάς

“Τη Αγία και Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ τα ΑΓΙΑ και σωτήρια και φρικτά Πάθη του
Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού επιτελούμεν”….

τούς
εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τούς γέλωτας, την
πορφυράν χλαίναν, τον τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τούς ήλους, την
λόγχην και προ πάντων τον Σταυρόν και τον θάνατον, α δι’ ημάς εκών
κατεδέξατο “έτι δε και την του ευγνώμονος ληστού, του συσταυρωθέντος
αυτώ, σωτήριον εν τω σταυρώ ομολογίαν.”

Εσταυρώθης δι’ εμέ, ίνα εμοί
πηγάσης την άφεσιν “εκεντήθης την πλευράν, ίνα κρουνούς ζωής αναβλύσης
μοι.” (Μακαρισμοί μετά έξοδον Εσταυρωμένου)

Την Μεγάλη Παρασκευή έχουμε την Κορύφωση του θείου δράματος, τελείται η «Ακολουθία των Παθών» και θυμόμαστε και βιώνουμε τα Σωτήρια και φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού μας.
Δηλαδή:

α) Τα πτυσίματα
β) τα μαστιγώματα
γ) τις κοροϊδίες
δ) τους εξευτελισμούς
ε) τα κτυπήματα
στ) το αγκάθινο στεφάνι και κυρίως την
ζ) Σταύρωση και
η) τον θάνατο του Χριστού μας.


H Μεγάλη Παρασκευή συμβολίζει τα συμβάντα της δίκης του Ιησού από τον Πόντιο Πιλάτο ,την μαρτυρική πορεία Του προς τον Γολγοθά, την Σταύρωση του και τελικά την Ταφή του.

Η τελετή της Αποκαθήλωσης, γίνεται στις εκκλησίες μας, το μεσημέρι της μεγάλης Παρασκευής μαζί με την αναπαράσταση της ταφής. Το βράδυ τελείται η περιφορά του Επιταφίου.

Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούν πένθιμα όλη την διάρκεια της ημέρας. Λόγω του πένθους της ημέρας οι νοικοκυρές δεν ασχολούνται με τις δουλειές του σπιτιού, αποφεύγοντας ακόμη και το μαγείρεμα.

Με λουλούδια που μαζεύουν ή αγοράζουν, γυναίκες και παιδιά πηγαίνουν στις εκκλησίες για να στολίσουν τον Επιτάφιο.

Η νηστεία της ημέρας είναι αυστηρότατη και απαγορεύει ακόμα και το λάδι. Πολλοί πιστοί συνηθίζουν να πίνουν την Μεγάλη Παρασκευή λίγο ξύδι, εις ανάμνηση αυτού που έδωσαν στον Ιησού, όταν ζήτησε νερό τις τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής Του. Το έθιμο απαγορεύει κάθε εργασία την ημέρα αυτή.

Αντιθέτως, την ημέρα αυτή συνηθίζεται οι πιστοί να επισκέπτονται τους τάφους των νεκρών συγγενών και φίλων. Προσδοκώντας, μαζί με την αυριανή Ανάσταση του Κυρίου – και την δική τους.

Το Μοιρολόι Της Παναγιάς
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερα αγγέλοι αρχάγγελοι όλοι μαυροφορούνται.
Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι οβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά, οι τρισκατηραμένοι,
να πιάσουνε το Λυτρωτή να παν να Τον σταυρώσουν.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι,
να λάβει δείπνο μυστικό, για να τον λάβουν όλοι.
Κι αφού τον ετελείωσε ο Κύριος το δείπνο,
άρχισε να τον ευλογεί το χέρι Του τ’ αγίο.
– ΄Ενας από τους μαθητές είναι να με προδώσει,
στα χέρια των οβραίωνε για να Με παραδώσει.
΄Ενας τον άλλο κοίταξε, ένας τον άλλο λέει:
– Μήπως εγώ διδάσκαλε είν’ που θα Σε προδώσω;
στα χέρια των οβραίωνε για να Σε παραδώσω;
Κι η Παναγιά η Δέσποινα καθόνταν στο θρονί Της
την προσευχή Της έκανε για τον Μονογενή Της.
Φωνή της ήλθε εξ ουρανού κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα:
– Σώνουν Κυρά μου οι προσευχές, σώνουν και μετάνοιες,
και τον Υιό Σου πιάσανε και στον χαλκιά Τον πάνε,
και στου Πιλάτου την αυλή, εκεί Τον τυραννάνε.
– Χαλκιά χαλκιά φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.
Κι εκείνος ο παράνομος, βαρεί και φτιάνει πέντε.
-Συ φαραέ που τ’άφτιαξες, πρέπει να μας διδάξεις.
-Βάλτε Του δυό στα χέρια Του, και τ’ άλλα δυό στα πόδια.
Το πέμπτο το φαρμακερό, βάλτε το στην καρδιά Του,
να τρέξει γαίμα και νερό, από τα σωθικά Του.
Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε και λιγώθει.
Σταμνί νερό της ρίξανε ,τρία κανάτια μόσχο,
και τρία με ροδόσταμο, για ν’άρθει ο λογισμός Της!
Κι αφού της ήλθε ο λογισμός κι αφού της ήλθε ο νους Της
Ζητεί μαχαίρι να σφαγεί φωτιά να πάει να πέσει,
ζητεί γκρεμνό να γκρεμιστεί ,για τον Μονογενή Της.
-Λάβε Κυρά μου υπομονή, λάβε Κυρά μου ανάσα.
-Και πως να λάβω υπομονή, και πως να λάβω ανάσα;
που έχω γυιό Μονογενή και Κείνο σταυρωμένο.
Η Μάρθα κ’η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα,
και του Ιακώβου η αδελφή, κι οι τέσσερεις αντάμα,
έπιασαν το στρατί- στρατί, στρατί το μονοπάτι,
κι μοίρα τους τους έβγαλε μπρος του ληστή την πόρτα.
-΄Ανοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.
Κι πόρτα από το φόβο της, ανοίγει μοναχή της.
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά, κανένα δε γνωρίζει.
Τηρά και δεξιότερα, βλέπει τον Αϊ Γιάννη.
– ΄Αγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και Bαπτιστή του γιού μου,
μην είδες Τον τον γυιόκα μου και σε τον δάσκαλό Σου;
– Δεν έχω γλώσσα να στο ’πώ, χείλη να στο μιλήσω.
Δεν έχω χεροπάλαμο για να σου Τονε δείξω.
Βλέπεις Εκείνο τον γυμνό και τον κατατρεγμένο,
όπου φορεί πουκάμισο στο γαίμα βουτηγμένο;
Βλέπεις Εκείνον τον γυμνό και τον ανεμαλλιάρη
Οπού φορεί στη κεφαλή ακάνθινο στεφάνι;
Εκείνος είν’ ο γυιόκα Σου, και με ο δάσκαλός μου.
Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, τούτο τον λόγο λέει:
– Πούνε γκρεμνός να γκρεμιστώ, γιαλός να πάω να πέσω.
Κι Παναγιά πλησίασε, γλυκά Τον ερωτούσε:
– Δεν μου μιλείς παιδάκι μου, δεν μου μιλείς παιδί μου.
Κανένας δεν της μίλησε να την παρηγορήσει.
Μόν’ ο Χριστός της μίλησε απ’ το Σταυρό επάνω.
– Αν γκρεμιστείς Εσύ Κερά, γκρεμιέται ο κόσμος όλος
Μάνα μου λάβε υπομονή μαζί κι ο κόσμος όλος.
Πήγαινε μάνα πήγαινε και διάφορο δεν έχεις.
Πάρε τον ΄Αϊ Γιάννη γιό, μαζί Σου να τον έχεις.
– Ποιός έχει γιό Μονογενή και παίρνει ξένη γέννα;
– Πήγαινε μάνα πήγαινε και διάφορο δεν έχεις.
Μόνο το Μέγα Σάββατο κάτσε να μ’ απαντέχεις.
Μόν’να λαλήσει ο πετεινός, σημάνουν οι καμπάνες,
σημάνει ο Θιός, σημάνει η γης, σημάνουν τα ουράνια,
σημάνει κι η Αγιά Σοφιά το Μέγα μοναστήρι,
με χρυσαφένια σήμαντρα και τις χρυσές καμπάνες.
Τότε και Συ μανούλα μου κάνε χαρές μεγάλες.
΄Οποιος τ’ ακούσει σώζεται, κι όποιος το λέει αγιάζει,
κι όποιος το καλαφουγκραστεί, Παράδεισο θα λάβει,
Παράδεισο και λίβανο από τον ΄Αγιο Τάφο.

Το Μοιρολόι Της Παναγιάς (Απόδοση)
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερα αγγέλοι αρχάγγελοι όλοι μαυροφορούνται.
Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι οβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά, οι τρισκατηραμένοι,
να πιάσουνε το Λυτρωτή να παν να Τον σταυρώσουν.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι,
να λάβει δείπνο μυστικό, για να τον λάβουν όλοι.
Κι αφού τον ετελείωσε ο Κύριος το δείπνο,
άρχισε να τον ευλογεί το χέρι Του τ’ αγίο.
– ΄Ενας από τους μαθητές είναι να με προδώσει,
στα χέρια των οβραίωνε για να Με παραδώσει.
΄Ενας τον άλλο κοίταξε, ένας τον άλλο λέει:
– Μήπως εγώ διδάσκαλε είν’ που θα Σε προδώσω;
στα χέρια των οβραίωνε για να Σε παραδώσω;
Κι η Παναγιά η Δέσποινα καθόνταν στο θρονί Της
την προσευχή Της έκανε για τον Μονογενή Της.
Φωνή της ήλθε εξ ουρανού κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα:
– Σώνουν Κυρά μου οι προσευχές, σώνουν και μετάνοιες,
και τον Υιό Σου πιάσανε και στον χαλκιά Τον πάνε,
και στου Πιλάτου την αυλή, εκεί Τον τυραννάνε.
– Χαλκιά χαλκιά φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.
Κι εκείνος ο παράνομος, βαρεί και φτιάνει πέντε.
-Συ φαραέ που τ’άφτιαξες, πρέπει να μας διδάξεις.
-Βάλτε Του δυό στα χέρια Του, και τ’ άλλα δυό στα πόδια.
Το πέμπτο το φαρμακερό, βάλτε το στην καρδιά Του,
να τρέξει γαίμα και νερό, από τα σωθικά Του.
Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε και λιγώθει.
Σταμνί νερό της ρίξανε ,τρία κανάτια μόσχο,
και τρία με ροδόσταμο, για ν’άρθει ο λογισμός Της!
Κι αφού της ήλθε ο λογισμός κι αφού της ήλθε ο νους Της
Ζητεί μαχαίρι να σφαγεί φωτιά να πάει να πέσει,
ζητεί γκρεμνό να γκρεμιστεί ,για τον Μονογενή Της.
-Λάβε Κυρά μου υπομονή, λάβε Κυρά μου ανάσα.
-Και πως να λάβω υπομονή, και πως να λάβω ανάσα;
που έχω γυιό Μονογενή και Κείνο σταυρωμένο.
Η Μάρθα κ’η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα,
και του Ιακώβου η αδελφή, κι οι τέσσερεις αντάμα,
έπιασαν το στρατί- στρατί, στρατί το μονοπάτι,
κι μοίρα τους τους έβγαλε μπρος του ληστή την πόρτα.
-΄Ανοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.
Κι πόρτα από το φόβο της, ανοίγει μοναχή της.
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά, κανένα δε γνωρίζει.
Τηρά και δεξιότερα, βλέπει τον Αϊ Γιάννη.
– ΄Αγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και Bαπτιστή του γιού μου,
μην είδες Τον τον γυιόκα μου και σε τον δάσκαλό Σου;
– Δεν έχω γλώσσα να στο ’πώ, χείλη να στο μιλήσω.
Δεν έχω χεροπάλαμο για να σου Τονε δείξω.
Βλέπεις Εκείνο τον γυμνό και τον κατατρεγμένο,
όπου φορεί πουκάμισο στο γαίμα βουτηγμένο;
Βλέπεις Εκείνον τον γυμνό και τον ανεμαλλιάρη
Οπού φορεί στη κεφαλή ακάνθινο στεφάνι;
Εκείνος είν’ ο γυιόκα Σου, και με ο δάσκαλός μου.
Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, τούτο τον λόγο λέει:
– Πούνε γκρεμνός να γκρεμιστώ, γιαλός να πάω να πέσω.
Κι Παναγιά πλησίασε, γλυκά Τον ερωτούσε:
– Δεν μου μιλείς παιδάκι μου, δεν μου μιλείς παιδί μου.
Κανένας δεν της μίλησε να την παρηγορήσει.
Μόν’ ο Χριστός της μίλησε απ’ το Σταυρό επάνω.
– Αν γκρεμιστείς Εσύ Κερά, γκρεμιέται ο κόσμος όλος
Μάνα μου λάβε υπομονή μαζί κι ο κόσμος όλος.
Πήγαινε μάνα πήγαινε και διάφορο δεν έχεις.
Πάρε τον ΄Αϊ Γιάννη γιό, μαζί Σου να τον έχεις.
– Ποιός έχει γιό Μονογενή και παίρνει ξένη γέννα;
– Πήγαινε μάνα πήγαινε και διάφορο δεν έχεις.
Μόνο το Μέγα Σάββατο κάτσε να μ’ απαντέχεις.
Μόν’να λαλήσει ο πετεινός, σημάνουν οι καμπάνες,
σημάνει ο Θιός, σημάνει η γης, σημάνουν τα ουράνια,
σημάνει κι η Αγιά Σοφιά το Μέγα μοναστήρι,
με χρυσαφένια σήμαντρα και τις χρυσές καμπάνες.
Τότε και Συ μανούλα μου κάνε χαρές μεγάλες.
΄Οποιος τ’ ακούσει σώζεται, κι όποιος το λέει αγιάζει,
κι όποιος το καλαφουγκραστεί, Παράδεισο θα λάβει,
Παράδεισο και λίβανο από τον ΄Αγιο Τάφο.

Ω Γλυκύ μου Έαρ
Δείτε Video

More on this topic

Advertismentspot_img

Σεβασμιώτατος Δωρόθεος Β'

Με ευλάβεια και κατάνυξη

Liturgical music

error: Content is protected !!